Αιματολογία

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ - ΚΙΝΗΤΙΚΗ ΣΙΔΗΡΟΥ (Fe)

 

Ο Fe αποτελεί το αναγκαίο συστατικό για την δημιουργία της αίμης (αίμη + σφαιρίνη → αιμοσφαιρίνη), ουσίας απαραίτητης για την σύνθεση της αιμοσφαιρίνης.

Το συνολικό ποσό της Fe στον ανθρώπινο οργανισμό ανέρχεται σε 4 γραμμάρια (2-6γρ) και εξαρτάται από το βάρος σώματος και του ποσού της αιμοσφαιρίνης του αίματος.

Από το συνολικό ποσό του Fe το 65% αυτού, βρίσκεται στην αιμοσφαιρίνη, ποσοστό 5% στη μυοσφαιρίνη, και διάφορα ένζυμα (καταλάση, υπεροξειδάση, κυττοχρώματα) και το υπόλοιπο 30% στις σιδηραποθήκες του οργανισμού.

Το ποσόν του Fe, που χρειάζεται ο οργανισμός για τη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης είναι 25-30mg / 24ωρο, ενώ το ποσόν του Fe που αποβάλλεται στον αντίστοιχο 24ωρο είναι 1-1,5mg.

Το ποσόν αυτό αποβάλλεται με τα κόπρανα, το δέρμα, τα ούρα.

Ο Fe του οργανισμού ο οποίος προέρχεται από την καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων, με την φυσιολογική στις 120 ημέρες καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων επαναχρησιμοποιείται μεταφερόμενος δια της κυκλοφορίας στο μυελό των οστών.

Ποσά Fe (1-2mg) λαμβάνει ο ανθρώπινος οργανισμός με το καθημερινό σιτηρέσιο.

Πλούσιες τροφές σε Fe είναι – ήπαρ (ειδικά το Βόειο) – κρέαςαυγάξηρά φρούτασπανάκιφακές.

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ Fe

O Fe απορροφάται στο 12δάκτυλο και τη νήστιδα με την ΔΙΣΘΕΝΗ ΠΑΝΤΑ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ (Fe++).

Αυτό επιτυγχάνεται διά της αναγωγής του Fe+++ (τρισθενής) σε Fe++ με την επίδραση του Hcl (υδροχλωρικού οξέος – ασκορβικού οξέος – πρωτεΐνες).

Ιδιαίτερη σημασία για την απορρόφηση του σιδήρου (Fe) έχει το μέσα στα κύτταρα του βλεννογόνου των εντέρων, σύστημα φερριτίνης - αποφερριτίνης. Η δράση του συστήματος είναι η εξής.

Ο τρισθενής Fe των τροφών ανάγεται μέσα στο πεπτικό σωλήνα σε δισθενή.

Ο δισθενής αυτός Fe (Fe++) εισέρχεται στα επιθηλιακά κύτταρα του εντερικού βλεννογόνου και ενώνεται με την πρωτεΐνη ΑΠΟΦΕΡΡΙΤΙΝΗ και σχηματίζεται έτσι η ΦΕΡΡΙΤΙΝΗ.

Κατά την ενσωμάτωση αυτή ο Fe επανέρχεται στον τρισθενή του μορφή (Fe+++).

Η Φερριτίνη ακολουθεί τις ανάγκες σε Fe του οργανισμού, παρέχει ανάλογα την κατάλληλη ποσότητα Fe στη γενική κυκλοφορία (βλ. σχήμα).

                         
   

Φερριτίνη (Fe+++)

↑↓

Fe++

+

αποφερριτίνη

 
 

Fe++

 
   

Fe+++

 
 
    clip_image001.gif     clip_image002.gif
 
 

τροφών αναχθείς

 
   

Πλάσμα αίματος

 
 
 

 

(Γαστρεντερικός σωλήνας)

Κύτταρα εντερικού

βλεννογόνου

 

ΜΕΤΑΦΟΡΑ Fe

Ο Fe που απορροφάται από τα κύτταρα του βλεννογόνου του εντέρου και επίσης ο Fe που απελευθερώνεται από την καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων μεταφέρεται :

α) ΣΤΟ ΜΥΕΛΟ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ : Χρησιμοποιείται από τους νορβοβλάστες για παραγωγή αιμοσφαιρίνης.

β) ΣΤΟΥΣ ΜΥΣ : που χρησιμοποιείται για τη σύνθεση της μυοσφαιρίνης των μυών.

γ) ΣΤΟΥΣ ΙΣΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ : όπου συμβάλλει στη σύνθεση ενζύμων (καταλάση, υπεροξειδάση, κυττοχρώματα).

δ) ΣΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΑΠΕΚΚΡΙΣΗΣ : δέρμα – νεφρά.

ε) ΣΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ : μυελός οστών, ήπαρ, σπλήνα, πάγκρεας, λεμφαδένες, φλοιό επινεφριδίων, κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος (Δ.Ε.Σ.).

Τα παραπάνω μέρη (όργανα και ιστοί) στα οποία αποθηκεύεται ο Fe χρησιμεύουν σαν «ΣΙΔΗΡΑΠΟΘΗΚΕΣ» του οργανισμού (αποθήκευση Fe υπό μορφήν φερριτίνης ή αιμοσιδηρίνης).

Ο Fe κυκλοφορεί στο πλάσμα του αίματος συνδεμένος με λεύκωμα, το οποίο ανήκει στο κλάσμα Β1-σφαιρινών) και ονομάζεται ΤΡΑΝΣΦΕΡΡΙΝΗ ή ΣΙΔΗΡΟΦΥΛΛΙΝΗ (Transferrin ή siderophilin ή iron Binding globulin).

Στα φυσιολογικά άτομα η ικανότητα προς σύνδεση Fe του πλάσματος ανέρχεται στα 300-400γ/100cc πλάσματος.

Στις φυσιολογικές συνθήκες η σιδηροφυλλίνη είναι κορεσμένη με Fe κατά το 1/3 (από αυτό προκύπτει ότι ο Fe πλάσματος εμφανίζει τιμή 80-120γ%).

ΤΟ ΠΟΣΟΝ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ / ΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ ΣΙΔΗΡΟΦΥΛΛΙΝΗΣ ΚΑΛΕΙΤΑΙ ΠΟΣΟΣΤΟ ΚΟΡΕΣΜΟΥ – Φ.Τ. 30% - 38%.

Η τιμή του Fe και της σιδηροφυλλίνης του πλάσματος εμφανίζουν μεταβολές σε διάφορα νοσήματα.

Έτσι :

Fe ↓ σε :

Fe ↑ σε :

Ø Σιδηροπενικές αναιμίες

Ø Διάφορες συστηματικές λοιμώξεις

Ø Ρευματοειδή αρθρίτιδα

Ø Νεοπλασίες

Ø Αιμολυτικές αναιμίες (συγγενείς και επίκτητες)

Ø Κακοήθεις μεγαλοβλαστικές αναιμίες

Ø Αιμοχρωματώσεις

Ø Ηπατίτιδες.

Dr. ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΛΙΑΚΜΑΝΗΣ

Ref : - Merck Man 19th ed.

                                                - Β. Αγγελόπουλου Κλιν. Παθ. Φυσιολ. Τόμος Α΄.

ΒΑΣΕΟΦΙΛΑ

ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΚΥΤΤΑΡΑ

Αποτελούν 10% του συνόλου των λευκωκυττάρων. Η ρίζα της λέξης, ετυμολογική προέλευση, από την σύνθεση των λέξεων (Βάση + philein: αγάπη).

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΥΞΗΣΗ ΑΝΟΣΟΣΦΑΙΡΙΝΗΣ D

(ΥΠΕΡΑΝΟΣΟΣΦΑΙΡΙΝΑΙΜΙΑ D) ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗΣ ΠΥΡΕΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ (ADTIK)

Το σύνδρομο αυτό για πρώτη φορά αναφέρεται το έτος 1984 από τον γιατρό Jos van der Meer.

Σπάνιο σύνδρομο με σύνολο 300 περιπτώσεων σε παγκόσμια κλίμακα.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΝΘΡΩΠΕΙΟΣ ΑΝΟΣΟΣΦΑΙΡΙΝΗ-HUMAN IMMUNE GLOBALIN (AGG)

H AGG αποτελεί διάλυμα συμπυκνωμένων αντισωμάτων, το οποίο παρασκευάζεται από πλάσμα υγιών φυσιολογικών ατόμων.

Αποτελείται κυρίως από IgG (ανοσοσφαιρίνη G) αλλά μπορεί να περιέχει μικρές ποσότητες (ίχνη) ανοσοσφαιρίνης Α (IgA), ανοσοσφαιρίνης Μ (IgM) όπως και άλλες πρωτεΐνες του πλάσματος.

Το διάλυμα το οποίο χορηγείται για τη δημιουργία παθητικής ανοσοποίησης μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να περιέχει λοιμογόνους ιούς (π.χ. ηπατίτιδα Β – C – HIV).

Το διάλυμα παραμένει σταθερό σε θερμοκρασία 4oC για πολλούς μήνες και χορηγείται ενδομυϊκά.

Συνέχεια ανάγνωσης

RHESUS ΑΝΟΣΟΣΦΑΙΡΙΝΗ

Rh immune globulin (RhIg)


Η RhIg χορηγείται ΙΜ ή IV με σκοπό την πρόληψη δημιουργίας αντισωμάτων από την μητέρα προς τον παράγοντα Rhesus των παιδιών. Το σκεύασμα περιέχει υψηλούς τίτλους αντισωμάτων anti-Rh που ουδετεροποιούν τα Rh θετικά ερυθρά αιμοσφαίρια του εμβρύου.

Η δημιουργία των αντισωμάτων αυτών θα είχε σαν αποτέλεσμα αιμορραγίες (νεογνού και μητέρας).

Η ενδομυϊκή συνηθισμένη δόση της RhIg είναι 300μg και χορηγείται σε μητέρα με Rhesus παράγοντα αρνητικό αμέσως μετά τον τοκετό διάστημα 72 ωρών (νεκρό ή ζωντανό έμβρυο) εκτός αν το παιδί είναι Rho (D) και Do αρνητικό ή ο ορός στις μητέρες περιέχει αντισώματα (RhoD).

Αν η εμβρυομητρική αιμορραγία είναι > 30mL μεγαλύτερη δόση RhIg απαιτείται.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΧΡΟΝΙΑ ΛΕΜΦΟΚΥΤΤΑΡΙΚΗ - ΛΕΜΦΟΓΕΝΗΣ ΛΕΥΧΑΙΜΙΑ (Χ.Λ.Π.)

Η Χ.Λ.Λ. αναφέρεται σαν νόσημα για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα από Ευρωπαίους γιατρούς που την ονόμασαν Weissesblut = whiteblood = λευκό αίμα.

Η συχνότητα της Χ.Λ.Λ. αυξάνει παράλληλα με την ηλικία.

Εκδηλώνεται συνήθως μετά τα 50 χρόνια [(με μέση ηλικία εκδήλωσης 70 χρόνια) όπου 15 άτομα στα 100.000 άτομα εμφανίζουν Χ.Λ.Λ.].

Οι άνδρες προσβάλλονται 2-3 φορές περισσότερο από τις γυναίκες.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η έννοια του ΓΔ αναπτύσσεται αρχικά στη δεκαετία του 1980, όπου για πρώτη φορά αναφέρεται ότι διαφορετικά τρόφιμα, τα οποία περιέχουν στη σύνθεσή τους την ίδια ποσότητα από υδατάνθρακες, δεν ασκούν την ίδια επίδραση στα επίπεδα του σακχάρου αίματος του ανθρώπινου οργανισμού.

π.χ. 30g ψωμί με τους υδατάνθρακες που περιέχει δεν έχει την ίδια επίδραση 30g υδατανθράκων που βρίσκονται σε φρούτα ή ζυμαρικά.

Συνέχεια ανάγνωσης

e-genius.gr ...intelligent web software